Πευκόδασος Μεγάλης Λίμνης

Το πευκοδάσος (τσαμλίκι) της Μεγάλης Λίμνης

Βορειοδυτικά του Ολύμπου απλώνεται ένα εκπληκτικής φυσικής ομορφιάς δάσος τραχείας πεύκης εκτάσεως περίπου 32.000 στρεμμάτων, το επονομαζόμενο τσαμλίκι της Αγιάσου, μεγάλο μέρος του οποίου ανήκει στη ζώνη του δικτύου Natura 2000. Η ζώνη αυτή χαρακτηρίζεται από αμιγείς συστάδες τραχείας πεύκης και από αείφυλλη σκληρόφυλλη βλάστηση. Στο εσωτερικό του δάσους παρατηρούμε την τυπική θαμνώδη δασική βλάστηση των αειφύλλων πλατυφύλλων.

Κύρια είδη της πανίδας που συναντώνται πολύ συχνά στο πευκοδάσος είναι τα τριχωτά  (αλεπού, νυφίτσα, λαγός, ασβός), τα ερπετά (οχιά, σαΐτα, δενδρογαλιά) και τα πτερωτά (κουκουβάγια, γκιώνης, γεράκι, καρδερίνα, σπουργίτι, κοκκινολαίμης, λοξίας, περιστέρι, δεκαοκτούρα, κοτσύφι, τσίχλα, πέρδικα κ.ά.).

Το δάσος αυτό είναι συνδεδεμένο με την ιστορία και την οικονομική ζωή των κατοίκων της Αγιάσου από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας μέχρι σήμερα. Ο πευκώνας ανήκε στην τέως Χριστιανική Κοινότητα Αγιάσου, η ακίνητη περιουσία της οποίας διανεμήθηκε το 1929 μεταξύ της Κοινότητας, των Σχολείων, του Νοσοκομείου και της Εκκλησίας. Από τότε το πευκοδάσος περιήλθε στα Σχολεία. Τη διαχείριση της σχολικής περιουσίας ανέλαβε το συσταθέν Ταμείο Εκπαιδευτικής Προνοίας, που μετονομάστηκε Ταμείο Ανέγερσης Διδακτηρίων (ΤΑΔ). Με το ν. 513/1976 καταργήθηκαν τα ΤΑΔ και η σχολική περιουσία μεταβιβάστηκε στον Οργανισμό Σχολικών Κτιρίων (ΟΣΚ), από τον οποίο τελικά περιήλθε στην κυριότητα του Δήμου Αγιάσου, μετά τη μεταβίβαση της περιουσίας του ΟΣΚ στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 1894/1990.

Την εποχή της Τουρκοκρατίας οι κάτοικοι έπαιρναν από το δάσος τα δαδιά και το ρετσίνι, με τα οποία φωτιζόταν τη νύχτα και παρασκεύαζαν τη σκληρή πίσσα και το παχύρρευστο κατράμι. Την πίσσα πουλούσαν στα ναυπηγεία για το καλαφάτισμα των πλοίων και τη χρησιμοποιούσαν ως επίχρισμα τοίχων υπόγειων χώρων του σπιτιού (για να μην τους διαπερνά η υγρασία) και εσωτερικών επιφανειών υδροδοχείων. Το κατράμι το χρησιμοποιούσαν για θεραπευτικούς σκοπούς και κυρίως για την επάλειψη τραυμάτων!

Μέσα στον πευκώνα της Αγιάσου είχαν τον οικισμό τους οι νομάδες Γιουρούκοι, τμήμα του τουρκικού στοιχείου της Λέσβου, που παρέμειναν στο νησί μας μέχρι και το 1923, οπότε, με τη Συνθήκη της Λοζάννης και την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος-Τουρκίας, επέστρεψαν στη Μικρά Ασία. Οι Γιουρούκοι, ζούσαν μέσα σε σκηνές και εκμεταλλεύονταν τα πεύκα. Πουλούσαν στα χωριά καυσόξυλα, δαδιά, πινακωτές για φούρνους, σκάφες και άλλα δασικά προϊόντα.

Το 1823 ο Μουσταφά αγάς Κουλαξίζ, μετά την καταστολή της επανάστασης του βόρειου τμήματος και τη φυγή των Ψαριανών, σφετερίστηκε τη “Μεγάλη Λίμνη” και αποξήρανε ορισμένα τμήματά της για να τα σπείρει με σιτάρι, υποχρεώνοντας τους κατοίκους της Αγιάσου να εργάζονται καταναγκαστικά και εκ περιτροπής σ’ αυτήν και να μεταφέρουν με τα υποζύγιά τους τα παραγόμενα προϊόντα στη Μυτιλήνη. Η αγγαρεία των Αγιασωτών διήρκεσε μέχρι το τέλος της Ελληνικής Επανάστασης, οπότε η καλλιέργεια της “Μεγάλης Λίμνης” εγκαταλείφθηκε από το Μουσταφά ως ασύμφορη και η περιοχή μετατράπηκε σε βοσκότοπο. Οι απόγονοί του την κράτησαν μέχρι και το 1874, οπότε την αγόρασε η Εκκλησία από το Τουρκικό Δημόσιο.

Το 1929 καρποφόρησαν οι αγώνες του Συνεταιρισμού Ακτημόνων Αγιάσου, Πρόεδρος του οποίου ήταν ο δραστήριος έφεδρος ανθυπολοχαγός πεζικού Στρατής Καπάτος. Η διανομή των εκκλησιαστικών, μοναστηριακών, δημοτικών και σχολικών κτημάτων άρχισε από τα 8 μετόχια της Λήμνου, που ήταν ιδιοκτησία Μοναστηριών του Αγίου Όρους και ιδίως της Μονής της Μεγίστης Λαύρας. Μοιράστηκαν σε ακτήμονες καλλιεργητές (μπαρουτοκαπνισμένους μαχητές των Βαλκανικών Πολέμων και της Μικρασιατικής Εκστρατείας) όλες οι θαμνώδεις εκτάσεις γύρω από την κωμόπολη και μέχρι τις υπώρειες του Ολύμπου (Καμπιά). Απαλλοτριώθηκε ταχύτατα η “Μεγάλη Λίμνη”, αποξηράνθηκε έκταση 1.200 στρεμμάτων και μετατράπηκε σε περιβόλια και ποτιστικές καλλιέργειες σιτηρών, επιλύνοντας ένα μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα της εποχής εκείνης.

Την περίοδο του Εμφυλίου λίγο πάνω από τη θέση “Σωτήρα” λημέριαζαν οι αντάρτες που είχαν φτιάξει κάτω από σωρούς ογκωδών βράχων (χαλατσιές) τα αμπριά τους (υπόγεια κρησφύγετα – καταφύγια) τα οποία σώζονται ακόμα και σήμερα, άσβηστα χνάρια της εμφυλιοπολεμικής τραγωδίας του λαού μας.

Αργότερα και μέχρι το 1970 άκμαζε μέσα στο πευκοδάσος ο οικισμός των ρετσινάδων, που εκμεταλλεύονταν το ρετσίνι των πεύκων. Υπολείμματα του οικισμού αυτού σώζονται μέχρι και σήμερα στη θέση “Πατιλδέλια” (ίχνη σπιτιών και φούρνου, δεξαμενές ρετσινιού, ερειπωμένο καφενείο κλπ).

Σήμερα από τον πευκώνα αντλούν το βιοπορισμό τους αρκετές οικογένειες υλοτόμων του χωριού μας, αλλά και άλλων περιοχών. Η εκμετάλλευσή του γίνεται από το Δήμο με βάση διαχειριστικές μελέτες δεκαετούς ισχύος και τα έσοδα προέρχονται κυρίως από την εκποίηση πευκοδένδρων αραιωτικής υλοτομίας.

Οι περισσότερες λεκάνες απορροής που σχηματίζονται μέσα στα όρια του πευκοδάσους “Μεγάλης Λίμνης” συγκεντρώνουν μέτριες και ανάλογα με τη χρονιά και μεγάλες ποσότητες νερού που ρέουν προς τα κατάντη σχηματίζοντας μικρά-μέτρια ρέματα με εποχιακή κυρίως ροή νερού. Τα μεγαλύτερα απ’ αυτά, το ρέμα της “Αγίας Σωτήρας” και το ρέμα του “Τσίγκου”, έχουν ροή καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Ιδιαίτερη οικολογική αξία έχει και το ρέμα της “Καρκαβούρας” που πηγάζει από τα ψηλά σημεία του Ολύμπου, διέρχεται από την τοποθεσία του Αγίου Δημητρίου και τροφοδοτώντας τον ποταμό Ευεργέτουλα χύνεται στον κόλπο της Γέρας. Οι πηγές “Χτενέλλη” βρίσκονται μέσα στο ρέμα της Καρκαβούρας, σε υψόμετρο 350 μέτρα πάνω από το επίπεδο της θάλασσας. Η γέννηση των πηγών αυτών οφείλεται στα μάρμαρα της περιοχής τα οποία είναι εγκιβωτισμένα σε σχιστόλιθους.

Το ρέμα αυτό διέρχεται μέσα από ένα σπάνιο φυσικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από τρεις διαφορετικούς τύπους οικοτόπων που έχουν περιληφθεί στο ευρωπαϊκό σύστημα κατάταξης οικοτόπων του Nature 2000 και της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ (Παράρτημα I: Τύποι φυσικών οικοτόπων των οποίων η διατήρηση απαιτεί το χαρακτηρισμό εδαφών ως ειδικών ζωνών διατήρησης), ήτοι:

α) Ψηλός βραχώδης γκρεμός οριοθετεί την ανατολική κοίτη του ποταμού και φιλοξενεί χασμοτική βλάστηση ενώ στα σημεία που υπάρχει χώμα αναπτύσσονται συστάδες τραχεία πεύκης. Στο ευρωπαϊκό σύστημα κατάταξης ο τύπος αυτός οικοτόπου αναφέρεται ως “Ασβεστολιθικά βράχια με χασμοφυτική βλάστηση” (κωδικός 8210). Τα βράχια και οι γκρεμοί αυτού του τύπου αποτελούν τόπο φωλιάσματος αρπακτικών πουλιών, αλλά και βιότοπο πολλών από τα ενδημικά φυτά των νησιών του Β.Α. Αιγαίου.

β) Στην κοίτη του ποταμού αναπτύσσεται πλούσια παρόχθια βλάστηση, με υψηλή ποικιλότητα και κυρίαρχα είδη τα πλατάνια (Platanus orientalis), τις λυγαριές (Vitex agnus castus), τις λεύκες (popoulus sp.) και τις πικροδάφνες (Nerium oleander). Σε ορισμένα επίσης σημεία της κοίτης η φυσική βλάστηση έχει αντικατασταθεί από μικρούς ελαιώνες και περιβόλια, που συνοδεύονται από τη σποραδική παρουσία παραδοσιακών ξερολιθιών. Ο Τύπος αυτός οικοτόπου αναφέρεται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ ως “Δάση με πλατάνια” (κωδικός 9200) και ανήκει στην κατηγορία “Ελληνικά - Βαλκανικά παραποτάμια δάση με πλατάνια” (κωδικός Corine 44.711). Τα ψηλά πλατάνια που εμφανίζονται στις όχθες των ποταμών της Μεσογείου και οι φυτοκοινότητες που αυτά απαρτίζουν αποτελούν τύπο οικοσυστήματος σπάνιο για τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά. Η αφθονία της βλάστησης και η πλούσια ποικιλία των ειδών που εμφανίζεται στην περιοχή χαρακτηρίζει αποκλειστικά τις ορεινές περιοχές των μεγαλύτερων νησιών του Αιγαίου που διαθέτουν ρέοντα επιφανειακά νερά.

γ) Η δυτική κοίτη του ποταμού παρουσιάζει μικρότερες κλίσεις και αμέσως μετά την παραποτάμια βλάστηση αναπτύσσεται ένα πλούσιο δάσος τραχείας πεύκης με καλά ανεπτυγμένο υπόροφο που περιλαμβάνει μεγάλη ποικιλία θαμνωδών φυτών. Πουρνάρια, (Quercus coccifera), σκίνοι (Pistacea lentiscus), κοκορεβιθιές (Pistacea terebinthus), κουμαριές (Arbutus unedo), γλιστροκουμαριές (Arbutus andrachne), εφόρβιες (Euphorbia sp.), λαδανιές (Cistus sp.), κ.ά. σχηματίζουν μια πυκνή βλάστηση κάτω από τα πεύκα. Ο τύπος αυτός οικοτόπου αναφέρεται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ ως “Μεσογειακά πευκοδάση” (κωδικός 9540). Ειδικότερα όμως τα δάση τραχείας πεύκης της περιοχής Ολύμπου αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία του παραπάνω τύπου με κωδικό 42.852 και την ονομασία «Αιγαιοπελαγίτικα πευκοδάση της Λέσβου».

Μέσα στο δάσος αναβλύζουν πλούσιοι υδάτινοι πόροι. Σπουδαιότερες υδατοπηγές είναι αυτές του «Τσίγκου», το νερό των οποίων χαρακτηρίστηκε δισανθρακικό μαγνησιούχο φυσικό μεσομεταλλικό νερό, σύμφωνα με την από το 1990 υδρογεωλογική μελέτη του Τομέα Υδατοοικονομίας του Συνδέσμου Δήμων και Κοινοτήτων Ιαματικών Πηγών Ελλάδας και έχει ιαματικές ιδιότητες (οι υψηλές ποσότητες μαγνησίου στο νερό έχουν καθαρτικά και διουρητικά αποτελέσματα ιδιαίτερα κατά τις πρώτες χρήσεις). Το νερό των πηγών Τσίγκου χρησιμοποιήθηκε επί δεκαετίες για την παραγωγή αναψυκτικών από ιδιωτική μονάδα εμφιάλωσης που λειτουργούσε στην περιοχή. Οι πηγές βρίσκονται κοντά στη «Μεγάλη Λίμνη» και η δημιουργία τους οφείλεται στην αποσάθρωση και τη διάρρηξη του περιδοτίτου, καθώς επίσης και στην παρουσία πλευρικών κορημάτων που καλύπτουν την περιοχή. Ο Δήμος Αγιάσου εξαιτίας των πηγών αυτών ανήκει στο Σύνδεσμο Δήμων Κοινοτήτων Ιαματικών Πηγών Ελλάδας (ΣΔΚΙΠΕ).

Πιο αναλυτικά τα όρια του δάσους «Μεγάλης Λίμνης» ορίζονται :

Ξεκινώντας από το ΒΔ άκρο του δάσους στη θέση «Συκιά», 650 μέτρα προς τα δυτικά της συμβολής του ρέματος Καμαρέλι με το χείμαρρο Βούβαρη, με κατεύθυνση ανατολική ακολουθεί το ρέμα Καβουροπ0όταμος μέχρι της συμβολής του με το ρέμα Καμαρέλι.

Στη συνέχεια με κατεύθυνση Ν – ΝΑ ακολουθεί το ρέμα Καβουροπόταμος έως τον αυχένα στη θέση «Σταυρός». Από κει ακολουθεί δασικό δρόμο που βρίσκεται ψηλότερα από το ρέμα Σταυρού Λαγκάδι μέχρι του σημείου που φτάνει στο ρέμα Αγίου Δημητρίου (κοντά στο εξωκλήσι). Από κει και αφού κόψει το δημόσιο δρόμο, ακολουθεί το ρέμα «Καρκαβούρας» με κατεύθυνση Ν και φτάνει στις πηγές του. Από κει ανεβαίνει στην κορυφογραμμή «Καμπιά», όπου συναντά το όριο των ιδιοκτησιών ΣΑΑΚ, Αμπελικού και δάσους Μεγάλης Λίμνης. Την κορυφογραμμή αυτή ακολουθεί μέχρι του υψομέτρου 770 μ. και από κει κατέρχεται με κατεύθυνση Ν ακολουθώντας τη ράχη μέχρι το ρέμα «Καμπιά» που το ακολουθεί μέχρι να συναντήσει το αντέρισμα που κατεβαίνει από την κορυφή Αζόπ. Ακολουθεί τη ράχη του παραπάνω αντερίσματος μέχρι την κορυφή Αζόπ. Από εκεί ακολουθεί τη ράχη που αποτελεί το όριο του δάσους αυτού με το δάσος Αμπελικού και περνάει από τα υψόμετρα 771, 700, 600, 500, 400, 300, 200 μ. που βρίσκονται στη ράχη αυτή και κατεβαίνοντας φτάνει στη συμβολή των ρεμάτων Αγίας Σωτήρας και Στραβολάγκαδο που από εκεί και πέρα σχηματίζουν το χείμαρρο Βούρκο. Από την παραπάνω συμβολή στρέφει προς ΒΔ και ακολουθεί ράχη με κατεύθυνση βόρεια και φτάνει στην κορυφή Κόκκινα (465 μ.) κι από εκεί ακολουθώντας την κορυφογραμμή με κατεύθυνση βόρεια μέχρι να συναντήσει την αντιπυρική ζώνη που βρίσκεται ανάμεσα στα δάση Αγιάσου και Βασιλικών. Ακολουθεί τη ζώνη αυτή και περνά από τα υψόμετρα 533, 523 και 508 και φτάνει μετά το υψόμετρο 508 στη θέση Τιγκάνα, για να καταλήξει στη θέση «Στενοκλείδι» που βρίσκεται στη δημόσια οδό Μυτιλήνης – Πολιχνίτου, όπου και το όριο του δάσους των Βασιλικών. Από εκεί ακολουθεί στην αρχή προς βορά και σε απόσταση 700 μ. (υψόμετρο 407 μ.) την κορυφογραμμή στην οποία βρίσκεται αντιπυρική ζώνη και από εκεί στρέφει προς Β – ΒΑ έως τη θέση «Κακόβουνο» και φτάνει στην κορυφή «Καρά Νταγ» (υψόμετρο 401 μ.). Από κει με κατεύθυνση βόρεια ακολουθεί την αντιπυρική ζώνη που συνεχίζεται στη ράχη και από το υψόμετρο των 401 μ. αφήνει το όριο με το δάσος Βασιλικών και διαχωρίζεται από το δάσος Βουβαρίου και φτάνει στη θέση Πηγή Συκιάς, απ’ όπου ξεκίνησε.